
Ήδη από το 2001 προτάθηκε από τον Δρ. Christian Daughton, Διευθυντή του Τμήματος Περιβαλλοντικής Χημείας της Υπηρεσίας Περιβαλλοντικής Προστασίας των Ηνωμένων Πολιτειών, η παρακολούθηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών μέσων αναλύσεων στα λύματα της αποχέτευσης.
Ερωτήσεις όπως ... Σε ποια πόλη η χρήση ναρκωτικών είναι μεγαλύτερη; Στο Λονδίνο ή το Παρίσι; Αποτελεί η ηρωίνη πρόβλημα στη Μαδρίτη; Θα μπορούσαν να απαντηθούν με αναλύσεις στα αστικά λύματα. Σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ αλλά και της Ευρώπης, οι επιστήμονες έχουν προσδιορίσει συγκεντρώσεις μαριχουάνας, ηρωίνης, κοκαίνης και άλλων ναρκωτικών ουσιών στις ροές της αποχέτευσης. Μια και οι άνθρωποι αποβάλλουν τις χημικές αυτές ουσίες στις τουαλέτες, μετρώντας τις ουσίες αυτές στα ανεπεξέργαστα λύματα μπορούμε να έχουμε μία γρήγορη εικόνα της χρήσης ακόμα και συγκεκριμένης μέρας, Σαββατοκύριακου, εορτών και διακοπών, κ.λπ.
Σύμφωνα με αποτελέσματα της νέας αυτής δικανικής περιβαλλοντικής επιστήμης, τα αστικά λύματα του Los Angeles έχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις σε κοκαίνη από ότι τα λύματα στις περισσότερες Ευρωπαϊκές πόλεις. Επίσης, οι Λονδρέζοι φαίνεται ότι κάνουν μεγαλύτερη χρήση ηρωίνης από ότι οι κάτοικοι σε πόλεις της Ιταλίας και Ελβετίας.
Σε συνέχεια των στοιχείων αυτών, και όπως αποκαλύπτει έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Διεθνές Ερευνητικό Κέντρο Νερού ‘Νηρέας’ και την ομάδα του εργαστηρίου Μηχανικής Περιβάλλοντος ‘ΓΑΙΑ’ του Πανεπιστημίου Κύπρου, τα αστικά λύματα που οδηγούνται προς επεξεργασία στην Κύπρο, περιέχουν ναρκωτικά αλλά και παραισθησιογόνα όπως και στις άλλες χώρες.
Μετά από αντίστοιχες μελέτες που διεξήχθηκαν σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπως Ισπανία, Ιταλία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ελλάδα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, κ.α., η ερευνητική ομάδα του Νηρέα προχώρησε σε διερεύνηση των επιπέδων των συγκεντρώσεων ναρκωτικών ουσιών σε αστικά λύματα, κατά την είσοδο, αλλά και έξοδό τους από τους σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων σε δύο πόλεις της Κύπρου. Η έρευνα αυτή παρουσιάστηκε στο 12ο Διεθνές Συνέδριο Επιστήμης και Τεχνολογίας Περιβάλλοντος στην Ελλάδα, το Σεπτέμβριο του 2011.
Οι ουσίες οι οποίες ανιχνεύθηκαν στα ανεπεξέργαστα λύματα κατά την είσοδό τους στους σταθμούς είναι κοκαίνη, βενζοϋλεκγονίνη (κύριος μεταβολίτης της κοκαίνης), νορ-βενζοϋλεκγονίνη, κωδείνη, νορκωδείνη, ηρωίνη, κεταμίνη, MDMA (γνωστό ως ecstasy), μεθαδόνη, μορφίνη, και νορμορφίνη σε επίπεδα που κυμαίνονται από 3 νανογραμμάρια στο λίτρο μέχρι και 4,5 μικρογραμμάρια στο λίτρο. Όπως αναφέρει η ερευνήτρια Δρ. Ευρούλα Χαπέσιη, εξετάστηκαν επίσης τα δείγματα ως προς LSD και διάφορα καναβινοειδή τα οποία όμως δεν ανιχνεύθηκαν σε κανένα δείγμα. Στα δείγματα των λυμάτων που λήφθηκαν μετά από την επεξεργασία στους σταθμούς προσδιορίστηκαν οι μεταβολίτες της κοκαίνης, η κωδείνη, η μεθαδόνη και η νορκωδείνη.
Με βάση τις συγκεντρώσεις που προσδιορίστηκαν στα ανεπεξέργαστα λύματα, υπολογίστηκαν οι μέγιστες ημερήσιες χρήσεις των ναρκωτικών ουσιών λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό που εξυπηρετεί κάθε σταθμός επεξεργασίας. Για παράδειγμα για την ηρωϊνη και την κοκαϊνη η ημερήσια χρήση κυμαίνεται από 0.003 μέχρι 0.1 χιλιοστόγραμμα ανά μέρα ανά 1000 κατοίκους. Αυτή η χρήση κυμαίνεται στα ίδια ή και σε χαμηλότερα επίπεδα από τη χρήση η οποία έχει προσδιορισθεί μέσω της ίδιας μεθοδολογίας σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι οι συγκεντρώσεις αρκετών ουσιών είναι μηδενικές στα επεξεργασμένα λύματα ενώ άλλων είναι ιδιαίτερα χαμηλές (σε ίχνη).
Σημειώνεται ότι μέχρι σήμερα στα εφαρμοζόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά επεξεργασμένων λυμάτων (Ευρωπαϊκή Ένωση, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, κ.λπ) δεν υπάρχουν όρια στα αστικά λύματα ως προς τέτοιες ουσίες, μια και οι επιπτώσεις της γενικής κατηγορίας των φαρμακευτικών ουσιών στο οικοσύστημα δεν έχουν διερευνηθεί πλήρως. Έχει αποδειχθεί ότι η συγκέντρωση κάθε μίας ουσίας στο περιβάλλον είναι πολύ χαμηλή για να επιφέρει άμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ουσιών αυτών στο οικοσύστημα ως μίγματα όμως, όπως δηλαδή είναι και η πραγματική κατάσταση στο περιβάλλον (παρουσία πολλών διαφορετικών φαρμακευτικών ουσιών σε χαμηλές συγκεντρώσεις) δεν έχουν επιστημονικά διασαφηνισθεί επί του παρόντος. Αυτό που είναι σήμερα πια αποδεκτό όμως είναι η ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε βακτήρια που οφείλεται στη μεγάλη κατανάλωση αντιβιοτικών και στην επακόλουθη ύπαρξη τους στο περιβάλλον (έστω και σε μικρές συγκεντρώσεις).
Η έρευνα αυτή στοχεύει σύμφωνα με την επικεφαλής της ομάδας εργασίας Δρ. Δέσπω Φάττα-Κάσινου, τόσο στην ακριβή γνώση της ποιότητας των αστικών λυμάτων μετά την επεξεργασία όσο και κυρίως στον προσδιορισμό των τεχνολογιών τριτοβάθμιας επεξεργασίας που μπορούν να διασπούν τις ουσίες αυτές, έτσι ώστε το επεξεργασμένο απόβλητο να είναι απαλλαγμένο πλήρως από αυτές και η επαναχρησιμοποίησή του να μην αποτελεί κίνδυνο διάχυσής τους στο περιβάλλον.
Το ζήτημα των ρύπων “αναδυόμενου ενδιαφέροντος και ανησυχίας” όπως σήμερα καλούνται οι ουσίες αυτές (contaminants of emerging concern) απασχολεί την ερευνητική κοινότητα διεθνώς. Αυτή η έρευνα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια προσδιορισμού της ύπαρξης ναρκωτικών ουσιών στα αστικά λύματα της Κύπρου και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μεγάλο εύρος από τέτοιες ουσίες βρίσκονται στις ροές της αποχέτευσης αλλά οι περισσότερες από αυτές απομακρύνονται σε ικανοποιητικό βαθμό μέσω των επεξεργασιών που εφαρμόζονται.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Agbar Aguas στη Βαρκελώνη της Ισπανίας στα πλαίσια των έργων IX-AQUA (ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ/ΠΑΓΙΟ/0308/07) και ΝΗΡΕΑΣ (ΝΕΑ ΥΠΟΔΟΜΗ/ΣΤΡΑΤΗ/0308/09), που συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας Κύπρου καθώς και το Πανεπιστήμιο Κύπρου.
*Της Δέσπως Φάττα-Κάσινου, Επίκουρης Καθηγήτριας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος και Διευθύντριας του Διεθνούς Ερευνητικού Κέντρου Νερού ‘Νηρέας’ του Πανεπιστημίου Κύπρου.